Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2007

Η Δόξα Του.


...εκείνο το απόγευμα πριν 24 χρόνια δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήτανε η τρίτη ή η τέταρτη μέρα στη σειρά που περπατάγαμε. Κατεβαίνοντας από τις χιονισμένες κορφές του Χελμού είχαμε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ έξω από το ανεκμετάλλευτο ακόμα τότε Σπήλαιο των Λιμνών. Το πρωί είχαμε πάρει από νωρίς τη ρεματιά, ανάμεσα στο Χελμό και τη Ντουρντουβάνα, για να καβαλήσουμε το βουνό προς τον άγνωστο σε όλους μας Φενεό.

Η κούραση και το φορτίο μας είχανε εξαντλήσει ήδη από τις προηγούμενες μέρες και έτσι σύντομα η παρέα των 16χρονων παιδιών διασκορπίστηκε σε συνολικό μήκος που ξεπερνούσε και τα δέκα χιλιόμετρα. Θυμάμαι την απόλυτη μοναξιά όπως ανέβαινα το άγνωστο βουνό, μέσα σε μια φύση που σου έκοβε την ανάσα, έχοντας πάντα δεξιά μου το χιονισμένο επιβλητικό όγκο της Ντουρντουβάνας.. σε αυτές τις καταστάσεις τα πόδια σου και το σώμα σου κάνουν τα απαραίτητα για να κινείσαι με ασφάλεια προς τον προορισμό σου αλλά το μυαλό σου στήνει το δικό του γαϊτανάκι.. όσοι έχουνε κάνει πολυήμερες και επίμονες αναβάσεις με φορτίο ξέρουν ότι η όλη κατάσταση έχει κάτι το υπερβατικό σαν γιόγκα.

Όταν νωρίς το απόγευμα έφτασα στο ψηλότερο σημείο του διάσελου και κοίταξα το τοπίο προς τον κάμπο του Φενεού το θέαμα ήτανε τέτοιο.. ή το θέαμα ταίριαζε τόσο με τον "προορισμό" που ποθούσα και είχα στήσει μέσα μου.. που ειλικρινά δεν θυμάμαι καν πως βρήκα τους υπόλοιπους, τι φάγαμε.. πως βρεθήκαμε το βράδυ να κοιμόμαστε στο πάτωμα της ταβέρνας (ο ταβερνιάρης όταν είδε την κατάσταση μας λυπήθηκε και μας πρόσφερε εκείνη την στέγη είναι η αλήθεια).

Σήμερα 24 χρόνια μετά είπα να πληρώσω εκείνο το στοίχημα και να ανέβω πάλι κει πάνω. Χρόνια τώρα συχνά πυκνά ένοιωθα την ανάγκη να «πάω να δω». Να δείξω στην Ρένα.. Να δω και εγώ να ξεχωρίσω ίσως το όνειρο, όπως το είχε κρατήσει και αναπλάσει το μυαλό μου τόσα χρόνια, από την πραγματικότητα.

Σε αυτά τα προσκυνήματα πάντα υπάρχει ο φόβος μήπως αυτό που αντικρύσουμε μας απογοητεύσει. Ανάπτυξη, πυρκαγιές.. εμείς που μεγαλώσαμε και όλα αυτά τα χρόνια αλλάξαμε μάτια στην ψυχή μας ή ενστικτωδώς τα κλείσαμε τελείως. Και όντως κάτι είχε αλλάξει. Εκεί κάτω ακριβώς από το μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου, λίγο πριν το μονοπάτι που κατέβαινε από το διάσελο κατηφορίσει ομαλά πλέον για το χωριό Φενεός.

Το 1994 γεννήθηκε μια λίμνη εκεί. Γεννήθηκε από τη θέληση και την ανάγκη του ανθρώπου ενώ ταυτόχρονα έδεσε με το τοπίο και το ομόρφυνε με τη θέληση και για τη Δόξα του Θεού. Η λίμνη της Δόξας (Του) με το εκκλησάκι του Αγ. Φανουρίου. Ίσως να είχα ξαποστάσει σε αυτό το εκκλησάκι πριν 24 χρόνια. Ίσως πάλι να ήτανε το σημαδάκι στην σκισμένη φωτοτυπία του χάρτη της Γ.Υ.Σ. που με οδήγησε στο ασφαλές καταφύγιο της ταβέρνας και στους φίλους μου.


Είμαι πολύ χαρούμενος σήμερα.. γιατί για πρώτη ίσως φορά η πραγματικότητα που είδα με τα μάτια μου ήταν το ίδιο όμορφη με αυτή που φυλάει, θυμάται και βλέπει τόσα χρόνια η ψυχή μου.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2007

...η Σονάτα του Σεληνόφωτος...


«Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!. Είναι καλό το φεγγάρι -δεν θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Αφησέ με νάρθω μαζί σου.»

Από τους λίγους τόπους στην Ελλάδα που συνδυάζει την φυσική ομορφιά με την ιστορική συνύπαρξη, η Μονεμβασιά, γοήτεψε και συγκίνησε στο πέρασμα του χρόνου επισκέπτες, κατακτητές, νικητές και ηττημένους και εξακολουθεί να μας γοητεύει ως σήμερα.

«Όταν δεν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάκτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια – δεν θέλω να τ’ακούσω. Σώπα.»

Η πρώτη πόλη δημιουργήθηκε στην κορυφή του βράχου, στο Γουλά, και αργότερα επεκτάθηκε χαμηλότερα. Η κάτω πόλη είναι αυτή που αναστηλώθηκε συστηματικά από την εποχή του Όθωνα και που η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την αναπαλαίωση και αναστήλωση των παλιών κτισμάτων για χρήσεις που σχετίζονται με τη διαμονή και την εξυπηρέτηση του επισκέπτη.

«Αφησέ με νάρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια και αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη και άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική, που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις, πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος και η φθορά του. Αφησέ με νάρθω μαζί σου.»


Από την Αθήνα μέσω Σπάρτης απέχει 4 με 4.5 ώρες … ταξίδι ασήμαντο γιατί με την αφιξή μας στο κάστρο ο χρόνος δεν έχει πια την εξουσία που είχε πάνω μας. Διαλέξτε μια νύχτα με πανσέληνο .. βρείτε μια απόμερη γωνιά με θέα προς την θάλασσα και η μεσαιωνική πόλη «ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο» θα σας ανταμείψει με τα φαντάσματά της: Ενετούς σιδερόφρακτους ιππότες, Τούρκους σπαχίδες, πεταλωτές και εμπόρους, αθάνατους ερωτευμένους. Στην υπέροχη ανατολή ίσως την πρώτη καλημέρα να σας την πει ο φίλος μου το κουνάβι σκαρφαλωμένο στην γειτονική στέγη.

«Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν….»

Τα δωμάτια τεράστια, επιπλωμένα συμβατά με την μεσαιωνική ατμόσφαιρα της πόλης με τιμές που κυμαίνονται από 40-120 Ευρώ. (Οι ανέσεις όμως και η καθαριότητα ομοίως μεσαιωνικά είναι η αλήθεια) ,,Αν όμως πρόκειται να μείνετε μέσα στο κάστρο μόνο μια νύχτα σας είναι αδιάφορο γιατί το πιθανότερο δεν πρόκειται να μείνετε και πολύ σε αυτά.


«το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στην δόξα και στο θανατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Αφησέ με νάρθω μαζί σου.»


Φεύγοντας από την πόλη ανεβείτε στο σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, τα σκαλιά δεξιά ακριβώς στην πύλη, σταθείτε λίγο στο μπαλκόνι του και αγναντέψτε την θάλασσα ..και υποσχεθείτε στον εαυτό σας ότι από εδώ και πέρα η ζωή σας, η ζωή μας, θα είναι όπως και η δική του, πάντα μια σονάτα …άσχετα αν υπάρχει σεληνόφως ή όχι.